Στο χασίς στρέφονται οι έφηβοι της Ελλάδας, με την κρίση να τους «στερεί» τσιγάρα & αλκοόλ

Τη χρήση κάνναβης, αντί για τα τσιγάρα και το αλκοόλ επιλέγουν οι έφηβοι μαθητές των σχολείων της Ελλάδας, σύμφωνα με συμπεράσματα μελέτης τα οποία κατέγραψε το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής αναφορικά με την έκταση και τη διαχρονική εξέλιξη της χρήσης καπνού, οινοπνευματωδών και άλλων εξαρτησιογόνων ουσιών στους εφήβους στην Ελλάδα.

Μάλιστα, οι μαθητές αυτοί προέρχονται στην πλειοψηφία τους, από σχολεία της Αττικής και της Θεσσαλονίκης.

Αναλυτικότερα και σύμφωνα με τη μελέτη, η χρήση της κάνναβης έχει μπει για τα καλά στην ζωή των μαθητών, καθώς τα ισχνά οικονομικά των οικογενειών δεν επιτρέπουν στους μαθητές να έχουν ένα αξιοπρεπές χαρτζιλίκι με το οποίο μπορούν να αγοράσουν ποτό και τσιγάρο.

Παράλληλα, ένας στους τρεις 15χρονους (36,9%) δηλώνει ότι έχει καπνίσει τσιγάρο μια φορά στη ζωή του. Το ίδιο αναφέρει ένας στους επτά 13χρονους (14,6%) καθώς και το 1,6% των 11χρονων μαθητών. Οι μισοί από τους 15χρονους που έχουν καπνίσει, κάπνισαν πρόσφατα (μέσα στον τελευταίο μήνα), το 1/3 καπνίζει καθημερινά, ενώ σχεδόν το 1/5 καπνίζει τουλάχιστον έξι τσιγάρα την ημέρα.

Σημειώνεται, ωστόσο, ότι κατά την περίοδο 1998-2014 μειώθηκε το ποσοστό των εφήβων που έχουν καπνίσει έστω και μια φορά στη ζωή
τους, ενώ το καθημερινό κάπνισμα παρέμεινε σταθερό.

Στους 15χρονους, κατά την τετραετία 2010-2014, παρατηρήθηκε τάση μείωσης στο κάπνισμα «έστω και μια φορά σε όλη τη ζωή», σημαντική μείωση στο «πρόσφατο κάπνισμα», ενώ δεν υπήρξε μεταβολή στο «καθημερινό ή βαρύ κάπνισμα».

Παράλληλα, οι έφηβοι πειραματίζονται και με το ηλεκτρονικό τσιγάρο, καθώς η χρήση του «έστω και μία φορά» ανέφερε ένας στους έξι 15χρονους (16,6%), το 8,1% των 13χρονων και το 1,9% των 11χρονων.
Στη συντριπτική πλειονότητα των αναφορών, η χρήση ηλεκτρονικού τσιγάρου αφορούσε απλή δοκιμή (1-2 φορές), ενώ τα αγόρια ανέφεραν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά της χρήσης ηλεκτρονικού τσιγάρου από ό,τι τα κορίτσια.

Σχεδόν ένας στους 3 εφήβους ηλικίας 11-15 (30,0%) κατανάλωσε αλκοόλ τον τελευταίο μήνα, το 5,2% περισσότερες από 5 ημέρες του τελευταίου μήνα. Ένας στους 10 εφήβους (9,1%) ανέφερε ότι, σε μια συνηθισμένη περίσταση, πίνει τουλάχιστον 3 ποτά (20,5% στους 15χρονους). Τα αγόρια καταναλώνουν αλκοόλ σε υψηλότερα ποσοστά από ό,τι τα κορίτσια.

Ένας στους οκτώ 15χρονους έχει μεθύσει τουλάχιστον μία φορά κατά τον τελευταίο μήνα. Ένας στους 5 εφήβους (20,6%) είχε τουλάχιστον ένα περιστατικό μέθης στη ζωή του (4,9% στους 11χρονους), ενώ σε ποσοστό 5,9% οι έφηβοι μαθητές είχαν μεθύσει κατά τον τελευταίο μήνα (11,9% στους 15χρονους).

Την τετραετία 2010- 2014 μειώθηκε σημαντικά το ποσοστό των εφήβων που ανέφεραν πρόσφατη κατανάλωση αλκοόλ (από 41,5% σε 30,0%), ενώ σταθερή παρέμεινε η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και η μέθη.
Αναφορικά με τις ουσίες, όπως προκύπτει από την μελέτη, ένας στους 10 εφήβους ηλικίας 15 ετών (9,6%) έχει κάνει χρήση κάνναβης, με τους μισούς εξ’ αυτών (4,9%) να αναφέρουν πρόσφατη χρήση, τον προηγούμενο μήνα. Αγόρια και μαθητές της Αττικής και Θεσσαλονίκης αναφέρουν σε υψηλότερο ποσοστό χρήση κάνναβης (συγκριτικά με τα κορίτσια και το σύνολο των λοιπών περιοχών της χώρας, αντίστοιχα).

Η έρευνα δείχνει αύξηση στη χρήση κάνναβης στους 15χρονους διαχρονικά. Μετά το 2006 έχει αυξηθεί η χρήση κάνναβης στους 15χρονους, ενώ την τετραετία 2010-2014 η αύξηση αυτή αφορά κυρίως στα κορίτσια.

Η έρευνα του ΕΠΙΨΥ διεξάγεται από το 1998 ανά τετραετία στο πλαίσιο του διεθνούς προγράμματος «Health Behaviour in School Aged Children» (HBSC, www.hbsc.org) υπό την αιγίδα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) και με τη συμμετοχή περισσότερων από 40 χωρών παγκοσμίως. Την επιστημονική ευθύνη της έρευνας στην Ελλάδα έχει η ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Άννα Κοκκέβη. Στην έρευνα που διενεργήθηκε το πρώτο τρίμηνο του 2014 συμμετείχε πανελλήνιο αντιπροσωπευτικό δείγμα 4.141 μαθητών εφηβικής ηλικίας (ΣΤ΄ Δημοτικού, Β΄ Γυμνασίου και Α΄ Λυκείου) από 245 σχολικές μονάδες. Οι μαθητές απάντησαν σε ανώνυμο ερωτηματολόγιο που συμπλήρωσαν μέσα στις τάξεις τους. Η έρευνα υλοποιήθηκε χάρη στη μερική οικονομική ενίσχυση από τη UNICEF και στην εθελοντική συμβολή μελών και φοιτητών ΑΕΙ και ΤΕΙ της χώρας.