“Η Ελλάδα που πάσχει”

Γράφει ο .Αλέξανδρος Φιαμέγκος,

Χειρουργός Ουρολόγος Ανδρολόγος, υποψήφιος για το διοικητικό συμβούλιο του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών

Το τελευταίο διάστημα με αφορμή τις εκλογές του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών ήρθα σε επαφή με πολλούς φίλους μου γιατρούς. Φίλοι μου από το πανεπιστήμιο και από τα νοσοκομεία που κάναμε ειδικότητα. Διαπίστωσα για άλλη μία φορά πως η μεγάλη πλειοψηφία αυτών ζει και εργάζεται πλέον στο εξωτερικό. Το brain drain ως φαινόμενο είναι γνωστό και καταγεγραμμένο, όταν όμως το διαπιστώνεις σε τόσο πολλούς και κοντινούς σου ανθρώπους καταλαβαίνεις για άλλη μία φορά πως οι στατιστικές και οι αριθμοί λένε την αλήθεια και μάλιστα αμείλικτα.

Από την άλλη μεριά τα ρεπορτάζ που δείχνουν νοσοκομεία με πολύωρες αναμονές των ασθενών να εξεταστούν φαίνεται πως πληθαίνουν και όσο και να υπάρχει στα μέσα μία δόση υπερβολής και ο πιο αισιόδοξος και καλοπροαίρετος παρατηρητής δεν μπορεί να μην παραδεχτεί πως τα δημόσια νοσοκομεία της χώρας μας βουλιάζουν από κόσμο με το ελάχιστο προσωπικό να καταβάλει υπεράνθρωπες προσπάθειες να καλύψει ότι τρύπα υπάρχει.

Τι παράδοξο λοιπόν συμβαίνει στη χώρα μας; Πώς ενώ έχουμε πολλούς γιατρούς τα νοσοκομεία μας είναι άδεια; Γιατί οι Έλληνες γιατροί προτιμούν να μεταναστεύσουν σε μία συννεφιασμένη και βροχερή χώρα του ευρωπαϊκού βορρά, μακριά από τις οικογένειές τους και τους φίλους τους προκειμένου να εργαστούν; Ταυτόχρονα με ποιό σκεπτικό το Ελληνικό κράτος, κατ’ επέκταση ο Έλληνας πολίτης – φορολογούμενος αποδέχεται να εκπαιδεύει από το υστέρημα του υψηλού επιπέδου επιστήμονες και αυτοί εν συνεχεία να προσφέρουν τις γνώσεις τους στον Γερμανό, Βρετανό, Σουηδό φορολογούμενο; Παρεμπιπτόντως έχει υπολογιστεί πως κάθε ένας φοιτητής ιατρικής κοστίζει για να ολοκληρώσει την προπτυχιακή του εκπαίδευση 100000 ευρώ…

Αυτό το παράδοξο συμβαίνει για διάφορους αλλά πολύ καθαρούς λόγους:

Όσο και αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε πρώτος λόγος είναι οι οικονομικές απολαβές. Οι διαφορές στους μισθούς ανάμεσα στην Ελλάδα και τη βόρεια Ευρώπη είναι χαώδεις. Ο γιατρός του ελληνικού δημόσιου νοσοκομείου εργάζεται ατελείωτες ώρες συνεχόμενα 24, 36, 48, άυπνος για δύο με τρία ευρώ την ώρα, τα οποία κιόλας θα τα πληρωθεί με πολύμηνη καθυστέρηση. Από την άλλη μεριά οι νέοι ελευθεροεπαγγελματίες γιατροί στην Ελλάδα έχουν να αντιμετωπίσουν υψηλή φορολογία, τέλος επιτηδεύματος, ΕΦΚΑ, ιδιωτικά ασφαλιστήρια, προμήθειες και συνδρομές τραπεζών, ενοίκια ιατρείων, αγορά εξοπλισμού και άλλα πολλά.

Δεύτερος λόγος είναι οι άσχημες συνθήκες που επικρατούν πλέον στα νοσοκομεία. Υλικό ανεπαρκές, τεχνικός εξοπλισμός που μία δουλεύει και δύο καταρρέει, ελάχιστο νοσηλευτικό προσωπικό, ακόμα πιο λίγοι τραυματιοφορείς.

Τρίτος λόγος είναι πως ακόμα και με μικρό μισθό προσλήψεις ιατρών στα νοσοκομεία δεν γίνονται. Πολλές κλινικές ανά την Ελλάδα είναι υποστελεχωμένες ή έχουν μόνο μεγάλης ηλικίας διευθυντές ένα βήμα πριν τη σύνταξη αλλά νέο επιμελητή ούτε για δείγμα. Τα τεράστια κενά καλύπτονται κατά καιρούς με επικουρικούς επιμελητές, όμως αυτό ούτε είναι οριστική λύση της υποστελέχωσης ούτε, λόγω “ομηρείας” του επικουρικού γιατρού, αποτελεί και σπουδαίο μέσο επαναπατρισμού των μεταναστών γιατρών. Σε αυτή την ερήμωση του ΕΣΥ πρέπει να προσθέσει κανείς και την τεράστια έλλειψη ειδικευομένων ιατρών, που όποιος έχει επισκεφθεί εφημερία νοσοκομείου αμέσως αντιλαμβάνεται πως πρόκειται για τους στυλοβάτες του συστήματος.

Τέταρτος λόγος είναι η απαξίωση του ιατρικού επαγγέλματος. Τα φακελάκια των μεγαλογιατρών κυρίως του παρελθόντος, η εξαγρίωση του κόσμου λόγω της παρατεταμένης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, η ιδεολογικοποίηση της άποψης “να πεθάνει η κατσίκα του γείτονα” και η ποινικοποίηση της αριστείας και της καριέρας έχουν οδηγήσει σε εκρηκτικές καταστάσεις. Τα περιστατικά ξυλοδαρμών ιατρών σε εφημερίες όλο και πληθαίνουν, αφού πλέον ο γιατρός του ΕΣΥ γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος της κρίσης.

Είναι προφανές λοιπόν πως γνωρίζοντας τα παραπάνω χαίρομαι για την προκοπή και την πρόοδο των φίλων μου του εξωτερικού που ανέφερα στην αρχή. Όμως θλίβομαι για την κατάντια της υγείας στη χώρα μας. Όχι τόσο για εμάς τους ιατρούς, οι περισσότεροι ξέραμε που μπλέκαμε, αλλά για τον Έλληνα ασθενή. Για τους γονείς και τους παππούδες και τις γιαγιάδες που μένουν πίσω αβοήθητοι ενώ τα παιδιά τους σώζουν σε μία εφημερία, σε ένα χειρουργείο τον Γερμανό, τον Άγγλο, τον Σουηδό παππού και γιαγιά. Και όταν φτάνουμε στο σημείο να μην μπορούμε να προσφέρουμε ως κοινωνία υγεία ειδικά στους ηλικιωμένους και τα μικρά παιδιά τότε η οικονομική και κοινωνική κρίση γίνεται ανθρωπιστική κρίση.